αδιάσειστος

αδιάσειστος
η,ο [ος , ον ] см. αδιασάλευτος;

αδιάσειστες αποδείξεις — неоспоримые доказательства;

αδιάσειστο επιχείρημα — неоспоримый аргумент, довод;

αδιάσειστη κατηγορία — неопровержимое обвинение


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "αδιάσειστος" в других словарях:

  • αδιάσειστος — η, ο (Α ἀδιάσειστος, ον) [διασείω] αυτός που δεν μπορεί να διασειστεί, να κλονιστεί, ακλόνητος, ατράνταχτος, ασφαλής, σταθερός …   Dictionary of Greek

  • αδιάσειστος — η, ο ασάλευτος, ακλόνητος: Υποστήριξε την αθωότητά του με αδιάσειστες αποδείξεις …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀδιάσειστον — ἀδιάσειστος not shaken about masc/fem acc sg ἀδιάσειστος not shaken about neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιασείστου — ἀδιάσειστος not shaken about masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιασείστων — ἀδιάσειστος not shaken about masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδιάσειστοι — ἀδιάσειστος not shaken about masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδιάστροφος — η, ο (Α ἀδιάστροφος, ον) 1. αυτός που δεν υπέστη ή δεν είναι δυνατόν να υποστεί μεταστροφή, αλλαγή 2. ο μη διαστρεβλωμένος ή παραμορφωμένος, αναλλοίωτος, πραγματικός 3. ο ηθικά υγιής, ο μη διεφθαρμένος αρχ. 1. μη επιδεκτικός στροφής, άκαμπτος,… …   Dictionary of Greek

  • ακλόνητος — η, ο (Μ ἀκλόνητος, ον) [κλονῶ] 1. αυτός που δεν κλονίζεται, αδιάσειστος, σταθερός 2. απτόητος, αμετάπειστος μσν. επίρρ. ἀκλονήτως χωρίς λιποψυχία …   Dictionary of Greek

  • αμάχητος — η, ο (Α ἀμάχητος, ον) νεοελλ. αδιάσειστος, ατράνταχτος (για επιχειρήματα, τεκμήρια) αρχ. 1. ακαταμάχητος, ακαταγώνιστος 2. αυτός που δεν πήρε ακόμη μέρος σε μάχη 3. ο δίχως μάχη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀ στερητ. + μαχητός < μά χομαι. ΠΑΡ. αμαχητί] …   Dictionary of Greek

  • αναγκαίος — αία, αίο (ΑΜ ἀναγκαῑος, αῑα, αῑον και –αῑος, αῑον) 1. υποχρεωτικός, επιβαλλόμενος, αναγκαστικός, αναπόφευκτος 2. αυτός, τον οποίο χρειάζεται κανείς, ο απαραίτητος 3. (το ουδ. στον πληθ. ως ουσ.) τα αναγκαία α) τα απαραίτητα για τη ζωή, κυρίως η… …   Dictionary of Greek

  • αναμφίδοξος — ἀναμφίδοξος, ον (Α) [ἀμφίδοξος] αυτός, για τον οποίο δεν υπάρχουν διχογνωμίες, διαφωνίες, αναμφισβήτητος, αδιάσειστος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»